Οι περιπέτειά μου, Παρασκευή Αθανασίου

Παρασκευή το όνομά μου.
Παιδί του Κώστα και της Ιωάννας.
Γεννήθηκα στο Περιστέρι.
Θα ήθελα να σπουδάσω φιλολογία.
Προκλήθηκα από την κατάθλιψη αλλά την ξεπέρασα.
Χρειάστηκε υπομονή και κουράγιο για να τα καταφέρω.
Στο σχολείο ήμουν απομακρυσμένη από τα άλλα παιδιά.
Κλεισμένη σε ένα σύννεφο σκοτεινό, υγρό και χωρίς συναισθήματα χαράς και αγάπης.
Όμως τα ΚΑΤΑΦΕΡΑ κι είμαι εδώ.

Είμαι η Σόφη, της Σοφίας Ζέρβα

Σοφία το όνομα μου
Λένε πως είμαι παιδί ντροπαλό
Ξεπέρασα τους φόβους μου
 Γεννήθηκα μια Παρασκευή στην Αθήνα 
Παιδί της Μαρίας και του Κωσταντίνου 
Νευρικό παιδί ξέρουν πως είμαι 
Αγαπώ το χορό, εκεί βρίσκω τρόπο 
να ξεσπώ, να προσπαθώ και να μην τα παρατώ.

Κράτα μου το χέρι, Διονύσης Κούτσης

Μια φορά και ένα καιρό 
από ψηλά κοιτώ
Μόνο του ένα παιδάκι 
να κλαίει σε ένα παγκάκι
-Τι συμβαίνει; το ρωτώ 
από ψηλά στον ουρανό,
-Κράτα μου το χέρι, σε παρακαλώ.
Μη φοβάσαι θα σε πάω σε ένα κόσμο μαγικό 
χωρίς εκφοβισμό

ΦΙΛΙΑ, Μελίνα Ανθή Κιτσάκη

Φιλία είναι να Σκέφτεται ο ένας τον άλλον
 Φιλία είναι να Αγαπάς, 
Φιλία είναι να Βοηθάς και να Τιμάς. 
ΒΟΗΘΕΙΑ να προσφέρεις
 Όταν σε χρειαστούν 
στα δύσκολα να Στηρίζεις
 και να Υποστηρίζεις.

Το κάλεσμα, Παναγιώτης Καρναχωρίτης

Νιώθω,
 νιώθω ένα κάλεσμα. 
Ένα κάλεσμα, που μου λέει.
«Έλα, μη φοβάσαι.
Έλα, στην αγκαλιά μου
 Έλα, στη ζεστασιά μου 
Αλλά ποιο κάλεσμα είναι αυτό; Πώς το λένε; 
Μήπως το λένε ΑΓΑΠΗ;
 σου το εγγυώμαι ότι θα έρθει κάποια στιγμή 
και θα το νιώσεις 
δεν έχει σημασία αν είσαι καλός ή κακός 
μην με ρωτήσεις πως 
Απλά θα το νιώσεις στους χτύπους της καρδιάς σου, 
στα δάκρυά σου 
αλλά το πιο σημαντικό αυτό θα στο πει μόνο η καρδιά σου.»

Οι χαμένες μέρες, Δημήτρης Πολυκανδριώτης

Μια νύχτα σαν τις άλλες με λίγο ψύχρα, ετοιμαζόμουν να πάω για ύπνο. Κάπου κατά τις δώδεκα άκουσα έναν ήχο να έρχεται από τις σκάλες. Άνοιξα το παντζούρι του δωματί ου μου και είδα ένα μαύρο φορτηγό να παίρνει κάτι λευκές κούτες. Πανικοβλημένος ακολούθησα το φορτηγό μέχρι την άλλη άκρη της πόλης, νομίζοντας πως είναι κλέφτης. Κάποια στιγμή σταμάτησε και βγήκε ένας μυστήριος άντρας κι άρχι σε να πετάει ένα-ένα τα κουτιά στο κενό. Εγώ βγήκα από το αμάξι μου και τον ρώτησα γιατί το κάνει, αλλά αυτός έμεινε σιωπηλός και με κοίταξε λέγοντάς μου «είναι οι μέρες που χάλασες μπροστά από μια οθόνη, χάνοντας το νόημα της ζωής». Τότε τον ρώτησα πώς μπορώ να τις αναπληρώσω, αλλά αυτός απάντησε: «είναι πολύ αργά». Την επόμενη μέρα ξύπνησα στο κρεβάτι μου, χωρίς να ξέρω το πώς και το γιατί. Αλλά από εκείνη τη μέρα και μετά δεν ξαναείδα ποτέ εκείνον τον άγνωστο.

Ένα εξάμηνο ζωής, Γαβριέλα Σαμπάνι

Το όνομα του είναι Μιχάλης. Πριν από 3 μήνες στις 24 Φεβρουάριου του 1996 βγήκε μια βόλτα στην Αθήνα για να πάει να φάει σε ένα εστιατόριο. Κάποια στιγμή όταν γελούσε μαζί με την παρέα του και λέγανε τα δικά τους, ο Μιχάλης ζαλίστηκε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Μετά από λίγο ο γιατρός ενημερώνει τους φίλους του Μιχάλη ότι πάσχει από μια ανίατη αρρώστια και ότι δεν είχε πολύ χρόνο ζωής. Είχε λιγότερο από 6 μήνες ζωής. Οι φίλοι του συγκλονί στηκαν κι αποφάσισαν για τον λίγο χρόνο που του απέμενε να είναι πάντα μαζί. Συναντιόντουσαν τα βράδια και έπιναν κρασί. Άκουγαν μουσική και έλεγαν ιστορίες από την καθη-μερινότητα τους. Το 6μηνο πέρασε. Ο χρόνος πέρασε και ο Μιχάλης εκεί κάθε βράδυ να μιλάει με τους φίλους του και να γελάει. Σήμερα έχουν περάσει 20 χρόνια και ο Μιχάλης ζει ακόμα γιατί η φιλία μπορεί να νικήσει ακόμα και τον θάνατο.